τάλαρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάλαρος < τλάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάλαρος αρσενικό

  1. μικρό ανοικτό κιβώτιο, καλάθι
  2. πλεκτό καλάθι από λυγαριά για εναπόθεση νωπού τυριού
  3. χαμηλό καλάθι για εναπόθεση καρπών
  4. κλουβί ορνίθων

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • πρόκειται για το τελάρο στη νεοελληνική