τάξεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

τάξεις

  1. (κοινωνία) σύνολο ανθρώπων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κυρίως με βάση της βιωτικής τους κατάστασης. (βλ. αστική τάξη, εργατική τάξη, κλπ).
  2. (σχολείο,σχολή) σύνολο σπουδαστών με βάση το επίπεδο γνώσης τους.
  3. ο χώρος διδασκαλίας σπουδαστών, η αίθουσα.
  4. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό [[Παράρτημα:Ρηματικοί τύποι (ελληνικά)
  5. Υποτακτική|υποτακτικής]] αορίστου του ρήματος τάζω
  6. θα τάξεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τάζω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

τάξεις θηλυκό

  1. τάξη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού