τάπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τάπα οι τάπες
      γενική της τάπας
    αιτιατική την τάπα τις τάπες
     κλητική τάπα τάπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάπα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάπα θηλυκό

  1. πώμα
  2. (αργκό) αποστομωτική απάντηση
  3. (αργκό) πολύ κοντός άνθρωπος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]