τάπητες
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈta.pi.tes/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τά‐πη‐τες
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]τάπητες αρσενικό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάπητας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]τάπητες αρσενικό
- ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τάπης