τάχα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάχα < αρχαία ελληνική τάχα

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

τάχα

  1. (σε ερωτήσεις) άραγε (εκφράζει απορία)
    Έρωτας τάχα να ’ν’ αυτό // που έτσι με κάνει να ποθώ // τη συντροφιά σου ... (από ποίημα της Μυρτιώτισσας)
  2. δήθεν (για κάτι που το θεωρούμε προσποιητό, υποκριτικό, αναληθές)
    Έλειπε χτες από τη δουλειά. Ήτανε λέει τάχα άρρωστος.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάχα < ταχύς

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

τάχα

  1. γρήγορα
  2. ίσως (για να εκφράσει πιθανότητα ή βεβαιότητα)
    ὑμεῖς δὲ τάχα οὐδὲ τεθέασθε τυραννουμένην πόλιν. - Εσείς όμως ίσως δεν έχετε δει τι συμβαίνει σε μια πόλη που κυβερνιέται από τύραννο (Πλάτων, Νόμοι, 711a