τέγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέγος< από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *teg- (στέγη), πρβ. λατινική tego (καλύπτω), γερμανική Decke (ταβάνι), αγγλική deck

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέγος ουδέτερο, γενική: τέγεος

  1. στέγη, σκεπή
  2. οποιοσδήποτε χώρος με ταβάνι