τέθριππο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέθριππο τέθριππα
γενική τεθρίππου τεθρίππων
αιτιατική τέθριππο τέθριππα
κλητική τέθριππο τέθριππα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέθριππο < αρχαία ελληνική τέθριππον < τεθρ- (< τετρ- με δάσυνση του τ λόγω του δασυνόμενου β΄ συνθετικού < τέτταρα) + ἵππος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέθριππο ουδέτερο

  1. άρμα με τέσσερα άλογα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]