τέκμαρ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τέκμαρ < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή < *kʷéḱ-mr̥ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷeḱ-[1] + κατάληξη *-mr̥ (θέμα τεκ- + -μαρ)[2]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τέκμαρ ουδέτερο άκλιτο
- τέλος, διαχωριστική γραμμή, σκοπός
- σημάδι, δείγμα
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 244
- εἶεν· τόδ᾽ ἐστὶ τἀνδρὸς ἐκφανὲς τέκμαρ
- Και βέβαια· να σημάδι φανερό του ανθρώπου (Μετάφραση Ιωάννης Γρυπάρης κείμενο στη Βικιθήκη)
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 244
- σύμπτωμα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- επικός τύπος : τέκμωρ (στον Όμηρο)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Και κλιτό τέκμαρ, γενική ενικού τέκμαρος ...(Χρειάζεται σημείωση και παράθεμα)
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
τεκμ-
τεκμ-
παράγωγα και σύνθετα
- ἀξιοτέκμαρτος
- ἀποτεκμαίρομαι
- ἀτέκμαρτος
- διατεκμαίρομαι
- δυστέκμαρτος
- ἐκτεκμαίρομαι
- ἐντεκμαίρομαι
- ἐπιτεκμαίρομαι
- εὐτέκμαρτος
- προστεκμαίρομαι
- προστεκμαρτέος
- προτεκμαίρομαι
- συντεκμαίρομαι
- συντεκμηριόομαι
- τεκμαίρομαι & παράγωγα
- τεκμαίρω
- τέκμαρσις
- τεκμαρτέος
- τεκμαρτικός
- τεκμαρτός & παράγωγα
- τεκμήριον
- τεκμηριόω
- τεκμηριώδης
- τεκμηρίωμα
- τεκμηρίωσις
- τεκμορεῖοι
- τεκμορεύω
- τέκμωρ (στον Όμηρο)
- ὑποτεκμαίρομαι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Reconstruction:Proto-Indo-European/kʷeḱ- στο αγγλικό Βικιλεξικό
- ↑ s.v. τεκμαίρομαι - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- τέκμαρ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τέκμαρ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)