Μετάβαση στο περιεχόμενο

τέκμαρ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέκμαρ < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή < *kʷéḱ-mr̥ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷeḱ-[1] + κατάληξη *-mr̥ (θέμα τεκ- + -μαρ)[2]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τέκμαρ ουδέτερο άκλιτο

  1. τέλος, διαχωριστική γραμμή, σκοπός
  2. σημάδι, δείγμα
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 244
    εἶεν· τόδ᾽ ἐστὶ τἀνδρὸς ἐκφανὲς τέκμαρ
    Και βέβαια· να σημάδι φανερό του ανθρώπου (Μετάφραση Ιωάννης Γρυπάρης κείμενο στη Βικιθήκη)
  3. σύμπτωμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Και κλιτό τέκμαρ, γενική ενικού τέκμαρος ...(Χρειάζεται σημείωση και παράθεμα)

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
τεκμ- 

παράγωγα και σύνθετα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Reconstruction:Proto-Indo-European/kʷeḱ- στο αγγλικό Βικιλεξικό
  2. s.v. τεκμαίρομαι - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.