τέκνον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τέκνον τέκνω τέκνα
Γενική τέκνου τέκνοιν τέκνων
Δοτική τέκν τέκνοιν τέκνοις
Αιτιατική τέκνον τέκνω τέκνα
Κλητική τέκνον τέκνω τέκνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέκνον < τίκτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tek-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέκνον ουδέτερο

  1. τέκνο, παιδί
  2. απόγονος