Μετάβαση στο περιεχόμενο

τέλος πάντων

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέλος πάντων < τέλος + πάντων.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈte.los ˈpa(n).don/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τέλος πάντων

Επιρρηματική έκφραση

[επεξεργασία]

τέλος πάντων

  1. δηλώνει αλλαγή θέματος της συζήτησης
    παράδειγμα Τέλος πάντων, ήθελα να μιλήσουμε για κάτι άλλο.
     συνώνυμα: εν πάση περιπτώσει, έτσι κι αλλιώς, ούτως ή άλλως
  2. δηλώνει επιφανειακό συμβιβασμό με τα προηγούμενα
    παράδειγμα Αν και δεν συμφωνώ, τέλος πάντων, ας γίνει έτσι.
     συνώνυμα: αν μη τι άλλο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]