τέλος πάντων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέλος πάντων < τέλος + πάντα

Έκφραση[επεξεργασία]

τέλος πάντων

  • δήλωση ότι συμβιβαζόμαστε επιφανειακά με τα προηγούμενα
    αν και δεν συμφωνώ, τέλος πάντων, ας γίνει έτσι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]