τέλος πάντων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈte.los ˈpa(n).don/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τέ‐λος πά‐ντων
Επιρρηματική έκφραση
[επεξεργασία]- δηλώνει αλλαγή θέματος της συζήτησης
Τέλος πάντων, ήθελα να μιλήσουμε για κάτι άλλο.- ≈ συνώνυμα: εν πάση περιπτώσει, έτσι κι αλλιώς, ούτως ή άλλως
- δηλώνει επιφανειακό συμβιβασμό με τα προηγούμενα
Αν και δεν συμφωνώ, τέλος πάντων, ας γίνει έτσι.- ≈ συνώνυμα: αν μη τι άλλο