τέμαχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμαχος < τέμνω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέμαχος ουδέτερο

  1. φέτα (τεμάχιο) ψαριού
    μέλανδρυς δὲ τῶν μεγίστων θύννων εἶδός ἐστιν ... καί ἐστι τὰ τεμάχη αὐτοῦ λιπαρώτερα.(Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 3.92.27)