τέμνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμνομαι < τέμνω

Ρήμα[επεξεργασία]

τέμνομαι

  1. υφίσταμαι κάποια τομή
     συνώνυμα: κόβομαι


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]