τέμπερα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέμπερα τέμπερες
γενική τέμπερας
αιτιατική τέμπερα τέμπερες
κλητική τέμπερα τέμπερες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμπερα < ιταλική tempera < temperare < λατινική temperare, απαρέμφατο ενστώτα του ρήματος tempo < tempus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *tempos < *temp- (τέντωμα, χορδή) ή ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *temh₂- (κόβω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtεm.pε.ɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέμπερα θηλυκό

  1. (ζωγραφική) υδατοδιαλυτό χρώμα (στο οποίο έχει προστεθεί αβγό ή άλλη ουσία)
  2. (ζωγραφική) (κατ’ επέκταση) ζωγραφική τεχνική που κάνει χρήση τέτοιων χρωμάτων
  3. (ζωγραφική) (κατ’ επέκταση) ζωγραφικός πίνακας που έχει δημιουργηθεί μ’ αυτή την τεχνική

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]