τέρπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέρπω < αρχαία ελληνική τέρπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τέρπω, πρτ.: έτερπα, στ.μέλλ.: θα τέρψω, αόρ.: έτερψα, παθ.φωνή: τέρπομαι

  1. διασκεδάζω, ευχαριστώ (κυρίως αισθητικά)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]