τέρψεις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

τέρψεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
  2. θα τέρψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τέρπω

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

τέρψεις θηλυκό

  1. τέρψη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού