τέταρτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέταρτο τέταρτα
γενική τετάρτου τετάρτων
αιτιατική τέταρτο τέταρτα
κλητική τέταρτο τέταρτα
Δύο τέταρτα (3) και παύση ενός τετάρτου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τέταρτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του τακτικού αριθμητικού τέταρτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τέταρτο ουδέτερο

  1. το ένα από τα τέσσερα ίσα μέρη ενός συνόλου
    το ένα τέταρτο των κερδών μας, δηλαδή το 25%, επενδύθηκε στην επέκταση της εταιρείας μας
  2. χρονικό διάστημα ίσο με 15 λεπτά της ώρας
  3. (μουσική) φθογγόσημο που δηλώνει ότι η νότα διαρκεί για έναν "κτύπο", δηλαδή για το ένα τέταρτο ενός πλήρους μέτρου των 4/4

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]