Μετάβαση στο περιεχόμενο

τέττιξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τεττῑγ-
ονομαστική τέττιξ οἱ τέττιγες
      γενική τοῦ τέττιγος τῶν τεττίγων
      δοτική τῷ τέττιγ τοῖς τέττιξ(ν)
    αιτιατική τὸν τέττιγ τοὺς τέττιγᾰς
     κλητική ! τέττιξ τέττιγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τέττιγε
γεν-δοτ τοῖν  τεττίγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πτέρυξ' όπως «πτέρυξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μεταγενέστερα, τεττικ-
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τεττῑκ-
ονομαστική τέττιξ οἱ τέττικες
      γενική τοῦ τέττικος τῶν τεττίκων
      δοτική τῷ τέττικ τοῖς τέττιξ(ν)
    αιτιατική τὸν τέττικ τοὺς τέττικᾰς
     κλητική ! τέττιξ τέττικες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τέττικε
γεν-δοτ τοῖν  τεττίκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τέττιξ < (ηχομιμητική λέξη) [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τέττιξ, -ιγος αρσενικό (μεταγενέτερο θέμα τεττικ-, -ικος)

  1. (έντομο) o τζίτζικας, το τζιτζίκι
      4ος/5ος κε αιώνας Ιωάννης ο Χρυσόστομος, De paenitentia sermo 1, @catholiclibrary.org
    Εἶτα ὁ διάδοχος Ἡσαΐου Παῦλος, ἡ λύρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὁ τέττιξ τῆς Ἐκκλησίας, τὸ τοῦ Χριστοῦ κατοικητήριον ἀνυψούμενος ἐπὶ τοῦ ἄμβωνος λαμπρᾷ τῇ φωνῇ κράζει ἐν παῤῥησίᾳ· Τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός.
  2. (κόσμημα) σε σχήμα τζίτζικα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

παράγωγα & σύνθετα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τέττιξ σελ. 1474 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.