τέχνεργο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέχνεργο τέχνεργα
γενική τεχνέργου
& τέχνεργου
τεχνέργων
& τέχνεργων
αιτιατική τέχνεργο τέχνεργα
κλητική τέχνεργο τέχνεργα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέχνεργο (el) ουδέτερο, ενικός
τέχνεργα πληθυντικός

  1. αντικείμενο κατασκευασμένο από τον άνθρωπο, προϊόν του τεχνικού πολιτισμού του
  2. ψευδοπληροφορία, ψευτοδεδομένο, ψευτοδεδομένο λανθασμένης μεθόδου ή θορυβικής διαδικασίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]