τήβεννος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τήβεννος οι τήβεννοι
      γενική της τηβέννου των τηβέννων
    αιτιατική την τήβεννο τις τηβέννους
     κλητική τήβεννε τήβεννοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τήβεννος < τήβεννα / τήβεννος, λ. ετρουσκ. προελ. • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τήβεννος θηλυκό

  1. (ενδυμασία στην αρχαιότητα) μακρύς εξωτερικός μανδύας ή χλαμύδα που φορούσαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι, κυρίως οι ανώτεροι αξιωματούχοι και ο αυτοκράτορας.
  2. μακρύ, ριχτό σκουρόχρωμο ένδυμα με φαρδιά μανίκια και διακοσμητικές ταινίες γύρω από τα μανίκια και τον λαιμό, που φορούν δικαστές και πανεπιστημιακοί σε επίσημες τελετές ή περιστάσεις.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]