τίγρη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τίγρη τίγρεις
γενική τίγρης
& τίγρεως
τίγρεων
αιτιατική τίγρη τίγρεις
κλητική τίγρη τίγρεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τίγρη < αρχαία ελληνική τίγρις.
  • Καθαρεύουσα: η τίγρις, της τίγρεως.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τίγρη

τίγρη θηλυκό

  • (ζωολογία) σαρκοφάγο θηλαστικό ζώο που ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών. Διακρίνεται από την έντονη καφεκίτρινη απόχρωση του δέρματος του με τις κάθετες προς τον κορμό του μαύρες ραβδώσεις. Διαθέτει μεγάλο σώμα κι εξαιρετική δύναμη κι ευελιξία
  • (μεταφορικά) ο ευκίνητος, δυναμικός κι ορμητικός άνθρωπος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]