τίθημι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τίθημι < με ανομοίωση από το *θίθημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰédʰeh₁- < *dʰeh₁- (τίθημι, θέτω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τίθημι, μέση φωνή: τίθεμαι

  1. θέτω, τοποθετώ, βάζω κάτι κάπου
  2. (με αιτιατική ή δοτική) δίνω κάτι σε κάποιον
  3. (με απαρέμφατο) θεωρώ ή τοποθετούμαι.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]