τίλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τίλιο τα τίλια
      γενική του τίλιου των τίλιων
    αιτιατική το τίλιο τα τίλια
     κλητική τίλιο τίλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τίλιο < τιλιά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈti.ʎɔ/
συλλαβισμός: τί‐λιο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τίλιο ουδέτερο

  1. (βότανο) αποξηραμένα φύλλα φλαμουριάς που χρησιμοποιούνται σαν βότανο
  2. (ποτό) το ρόφημα που γίνεται από αυτά τα φύλλα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]