τα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τα
Κλιτικός τύπος άρθρου
[επεξεργασία]τα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- ονομαστική και αιτιατική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ο
Τα κακά τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα!
Έχε τα μάτια σου δεκατέσσερα!
Φαίνεται πως τα μετράει τα λόγια του.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίσεις των άρθρων
[επεξεργασία]| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική ενικού | ο | η | το |
| γενική ενικού + σε |
του στου |
της στης |
του στου |
| αιτιατική ενικού + σε |
το(ν) στο(ν) |
τη(ν) στη(ν) |
το στο |
| ονομαστική πληθυντικού | οι | οι | τα |
| γενική πληθυντικού + σε |
των στων |
των στων |
των στων |
| αιτιατική πληθυντικού + σε |
τους στους |
τις στις |
τα στα |
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]τα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Για τον τόνο στο τά δείτε Παράρτημα:Γραμματική (νέα_ελληνικά)#μονοσύλλαβα με τόνο.