ταιριάξει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ταιριάξει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταιριάζω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
- θα ταιριάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ταιριάζω