Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταιριάξει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ταιριάξει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ταιριάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταιριάζω
  3. θα ταιριάξει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ταιριάζω