ταιριαστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ταιριαστός ταιριαστή ταιριαστό
γενική ταιριαστού ταιριαστής ταιριαστού
αιτιατική ταιριαστό ταιριαστή ταιριαστό
κλητική ταιριαστέ ταιριαστή ταιριαστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταιριαστοί ταιριαστές ταιριαστά
γενική ταιριαστών ταιριαστών ταιριαστών
αιτιατική ταιριαστούς ταιριαστές ταιριαστά
κλητική ταιριαστοί ταιριαστές ταιριαστά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταιριαστός < ταιριάζω + -τός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tε.ɾʝa.ˈstɔs/ και /tε.ɾia.ˈstɔs/

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταιριαστός, -ή, -ό

  1. που ταιριάζει με κάποιον άλλο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]