τακουνάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τακουνάκι τακουνάκια
γενική
αιτιατική τακουνάκι τακουνάκια
κλητική τακουνάκι τακουνάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακουνάκι < τακούνι + υποκοριστικό επίθημα -άκι < ιταλική taccone < tacca < Lua error in Module:ετυμολογία at line 221: attempt to index field '?' (a nil value). *taikns < πρωτογερμανική *tag

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τακουνάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του τακούνι
  2. (αθλητισμός) χτύπημα μπάλας με το τακούνι ή γενικότερα με το πίσω μέρος του ποδιού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]