Μετάβαση στο περιεχόμενο

τακούνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τακούνι τα τακούνια
      γενική του τακουνιού των τακουνιών
    αιτιατική το τακούνι τα τακούνια
     κλητική τακούνι τακούνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τακούνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική taccon(e) + [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈku.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τακούνι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τακούνι ουδέτερο

  1. (υπόδηση) το τμήμα του παπουτσιού ακριβώς κάτω από τη φτέρνα
      σήμερα της έχουν φορέσει παπούτσια, τα οποία φαίνονται γυαλισμένα, ή αυτό το τρίποντο τακούνι, πόσες βόλτες να έχει κάνει μ' αυτό το υπόδημα, και κοιτάξτε, τώρα πια ούτε που θυμάται πως έφτασε εδώ (Núria Añó, Χαμηλά σύννεφα, μετάφραση: Παρασκευή Μουτσιούνα, εκδ. Babelcube Incorporated, 2021)
      ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
  2. (συνεκδοχικά) παπούτσι με ψηλό τακούνι

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]