τακτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακτικά < τακτικός

Επίρρημα[επεξεργασία]

τακτικά

  1. με τάξη, με τακτικό τρόπο
  2. ανά τακτά χρονικά διαστήματα, συχνά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

τακτικά