τακτοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική τακτοποιημένος τακτοποιημένη τακτοποιημένο
γενική τακτοποιημένου τακτοποιημένης τακτοποιημένου
αιτιατική τακτοποιημένο τακτοποιημένη τακτοποιημένο
κλητική τακτοποιημένε τακτοποιημένη τακτοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τακτοποιημένοι τακτοποιημένες τακτοποιημένα
γενική τακτοποιημένων τακτοποιημένων τακτοποιημένων
αιτιατική τακτοποιημένους τακτοποιημένες τακτοποιημένα
κλητική τακτοποιημένοι τακτοποιημένες τακτοποιημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακτοποιημένος < τακτοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

τακτοποιημένος, -η, -ο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]