ταλέντο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ταλέντο | τα | ταλέντα |
| γενική | του | ταλέντου | των | ταλέντων |
| αιτιατική | το | ταλέντο | τα | ταλέντα |
| κλητική | ταλέντο | ταλέντα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταλέντο < (άμεσο δάνειο) ιταλική talento < λατινική talentum < αρχαία ελληνική τάλαντον (αντιδάνειο). Ζεύγος: τάλαντο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /taˈle(n).do/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τα‐λέ‐ντο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταλέντο ουδέτερο
- το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής τους με αυτόν
- το άτομο που έχει ξεχωριστές ικανότητες σε έναν τομέα
Ο Μότσαρτ από μικρή ηλικία έδειξε ότι ήταν πολύ μεγάλο ταλέντο στην μουσική.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ταλέντο στα Βικιφθέγματα

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ταλέντο - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ταλέντο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ταλέντο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)