ταλέντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταλέντο ταλέντα
γενική ταλέντου ταλέντων
αιτιατική ταλέντο ταλέντα
κλητική ταλέντο ταλέντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ταλέντο < (αντιδάνειο) ιταλική talento < τάλαντον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ταλέντο ουδέτερο

  1. το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής τους με αυτόν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τάλαντο
    ο Μότσαρτ από πολύ μικρή ηλικία έδειξε ότι έχει ένα τεράστιο ταλέντο στη μουσική
  2. το άτομο που έχει ξεχωριστές ικανότητες σε έναν τομέα
    ο Μότσαρτ από πολύ μικρή ηλικία έδειξε ότι ήταν ένα πολύ μεγάλο ταλέντο στη μουσική

32πχ Μεταφράσεις[]