Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταλακάρδιος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ταλακάρδιος τὸ ταλακάρδιον
      γενική τοῦ/τῆς ταλακαρδίου τοῦ ταλακαρδίου
      δοτική τῷ/τῇ ταλακαρδί τῷ ταλακαρδί
    αιτιατική τὸν/τὴν ταλακάρδιον τὸ ταλακάρδιον
     κλητική ! ταλακάρδιε ταλακάρδιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ταλακάρδιοι τὰ ταλακάρδι
      γενική τῶν ταλακαρδίων τῶν ταλακαρδίων
      δοτική τοῖς/ταῖς ταλακαρδίοις τοῖς ταλακαρδίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ταλακαρδίους τὰ ταλακάρδι
     κλητική ! ταλακάρδιοι ταλακάρδι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ταλακαρδίω τὼ ταλακαρδίω
      γεν-δοτ τοῖν ταλακαρδίοιν τοῖν ταλακαρδίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταλακάρδιος < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

ταλακάρδιος, -ος, -ον

  1. μεγαλόκαρδος, υπομονετικός
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 424 (424-425)
    Τὸν μὲν ἔπειτ᾽ εἴασε Διὸς ταλακάρδιος υἱός, |αὐτὸς δὲ βροτολοιγὸν Ἄρην προσιόντα δοκεύσας,
    Αυτόν τον άφησε του Δία ο γιος με την καρτερική καρδιά, | κι ο ίδιος τον Άρη τον ανθρωποφθόρο παραφύλαξε καθώς πλησίαζε.
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  2. δυστυχής, δύσμοιρος
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 540 (539-541)
    [ΟΙΔ.] ἐδεξάμην | δῶρον ὃ μήποτ᾽ ἐγὼ ταλακάρδιος | ἐπωφελήσας πόλεος ἐξελέσθαι.
    • [ΟΙΔ.] Δέχτηκα | δώρο από την πόλη, δυστυχία θεέ μου, | αντίδωρο στην προσφορά μου, που να μην έσωνα να το κρατήσω.
      Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
    • [ΟΙΔ.] Δέχτηκα | δώρο ο βαριόμοιρος εγώ, | που είθε να μην τ᾽ αξιωνόμουν ποτέ απ᾽ την πόλη αμοιβή μου να το ᾽παιρνα.
      Μετάφραση (1937): Ιωάννης Γρυπάρης @greeklanguage.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]