ταλαντευόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ταλαντευόμενος ταλαντευόμενη ταλαντευόμενο
γενική ταλαντευόμενου ταλαντευόμενης ταλαντευόμενου
αιτιατική ταλαντευόμενο ταλαντευόμενη ταλαντευόμενο
κλητική ταλαντευόμενε ταλαντευόμενη ταλαντευόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταλαντευόμενοι ταλαντευόμενες ταλαντευόμενα
γενική ταλαντευόμενων ταλαντευόμενων ταλαντευόμενων
αιτιατική ταλαντευόμενους ταλαντευόμενες ταλαντευόμενα
κλητική ταλαντευόμενοι ταλαντευόμενες ταλαντευόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλαντευόμενος < λόγια ενεστωτική μετοχή της καθαρεύουσας, του ρήματος ταλαντεύομαι < αρχαία ελληνική ταλαντεύω < τάλαντον

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ταλαντευόμενος -η -ο

  1. (φυσική) που παρουσιάζει ταλάντωση
  2. που είναι αναποφάσιστος, που ταλαντεύεται μεταξύ δύο (αλλά ίσως καιπερισσότερων) απόψεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]