ταλαντωτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταλαντωτικός < ταλαντώνομαι + -ικός
Επίθετο
[επεξεργασία]ταλαντωτικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με ταλάντωση ή αναφέρεται σʼ αυτή
- ※ Τα ερευνητικά θέματα που μελετώνται στην παρούσα Διδακτορική διατριβή είναι ο ταλαντωτικός χαρακτήρας των λύσεων μίας γραμμικής εξίσωσης διαφορών με εκτρεπόμενο όρισμα (υστέρησης ή προώθησης) καθώς επίσης και ο ασυμπτωτικός χαρακτήρας των λύσεων μίας μη-γραμμικής εξίσωσης διαφορών ουδέτερου τύπου. (www.didaktorika.gr)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταλαντωτικός