ταλιαριστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλιαριστής, ιδιωματική λέξη των Μεγάρων Αττικής < ταλιαρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταλιαριστής ουδέτερο

  1. αυτός (συχνά αγρότης ή εργάτης) που καθαρίζει, δηλ. κόβει, τα μικρά κλαδιά και φύλλα από μεγάλο κλαδί ή λεπτό κορμό δέντρου (αρχικά μόνο του ελαιόδεντρου) για να χρησιμοποιηθεί ως καυσόξυλο ή οτιδήποτε άλλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]