τανύζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τανύζω < τανύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τανύζω (παθητική φωνή: τανύζομαι)

Ο Κωνσταντής έτριψε τα μούτρα του με τα χέρια, τάνυσε το κορμί του. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]