τανύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τανύω < αρχαία ελληνική τανύω

Ρήμα[επεξεργασία]

τανύω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τανύω < τείνω

Ρήμα[επεξεργασία]

τανύω

  1. απλώνω, στρώνω (κάτω συνήθως)
  2. τεντώνω
  3. οδηγώ, κατευθύνω
  4. εντείνω, επιτείνω
  5. (παθητικό, τάνυμαι) τεντώνομαι, εκτείνομαι, εντείνω τις δυνάμεις μου, τρέχω με όλη μου τη δύναμη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]