ταξί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ταξί < γαλλική taxi < taximètre < γερμανική Taxameter < μεσαιωνική λατινική taxa + αρχαία ελληνική μέτρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ταξί ουδέτερο άκλιτο

  • αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ταξίμετρο που μεταφέρει επιβάτες (συνήθως μέσα στην πόλη) έναντι κομίστρου
    Σαράντα έξι οδηγοί ταξί συνελήφθησαν το τελευταίο 48ωρο από αστυνομικούς της Τροχαίας Αττικής, κατά τη διάρκεια στοχευμένων ελέγχων, για παρεμβάσεις στα ταξίμετρα και τις ταμειακές μηχανές. (...) Δύο από αυτούς είχαν τοποθετήσει ειδικές συνδεσμολογίες, με τις οποίες «φούσκωναν» το αναγραφόμενο στο ταξίμετρο χρηματικό ποσό. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]