ταξιδευτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταξιδευτής ταξιδευτές
γενική ταξιδευτή ταξιδευτών
αιτιατική ταξιδευτή ταξιδευτές
κλητική ταξιδευτή ταξιδευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταξιδευτής < ταξιδεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταξιδευτής αρσενικό

  1. οποιοσδήποτε ταξιδεύει
  2. (μεταφορικά) ποιητική έκφραση για τα αποδημητικά πουλιά
  3. ο ταξιδιώτης, κυρίως αυτός που ταξιδεύει από επιθυμία να γνωρίσει νέους τόπους και αγάπη για την περιπέτεια

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]