ταξιδεύτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταξιδεύτρια < ταξιδευτής + κατάληξη θηλυκού -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταξιδεύτρια θηλυκό
- θηλυκό του ταξιδευτής
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- ταξιδεύτρα
- ※ Λάτρης της ομορφιάς, σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις, επίμονη αναζητήτρια εαυτού, αλήθειας και εμπειριών, πάντα ταξιδεύτρια και ποτέ ταξιδιώτισσα (Από αυτοβιογραφικό σημείωμα συγγραφέως, εκδ. Πατάκη, vivliopoleiopataki.gr/persons, ανακτήθηκε στις 4/5/2025)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταξιδεύτρια
|