ταξιδιώτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταξιδιώτης ταξιδιώτες
γενική ταξιδιώτη ταξιδιωτών
αιτιατική ταξιδιώτη ταξιδιώτες
κλητική ταξιδιώτη ταξιδιώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταξιδιώτης < ταξίδ(ι) + -ιώτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταξιδιώτης αρσενικό, ταξιδιώτισσα

  • εκείνος που ταξιδεύει ως επιβάτης ή και πεζός

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]