Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταπεινωθείτε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ταπεινωθείτε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι
  2. θα ταπεινωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ταπεινώνομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ταπεινώνομαι