Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταράτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταράτσα οι ταράτσες
      γενική της ταράτσας των ταρατσών
    αιτιατική την ταράτσα τις ταράτσες
     κλητική ταράτσα ταράτσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
απλωμένα ρούχα σε ταράτσα στη Σαρδηνία

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταράτσα < (άμεσο δάνειο) βενετική terazza [1] [2] (ιταλικά terrazza) < ... απώτατη αρχή  δείτε  λατινική terra πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ters- (στεγνός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈɾa.t͡sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ταράτσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταράτσα θηλυκό

  1. η επίπεδη στέγη ενός σπιτιού
      Δυστυχώς μετά από δύο ημέρες η 17χρονη δεν τα κατάφερε και υπέκυψε στα βαρύτατα τραύματα που έφερε μετά την πτώση της στο κενό μαζί με τη φίλη της από την ταράτσα της πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη. (www.tovima.gr, 14.05.2026)
  2. βεράντα, στεγασμένος εξωτερικός χώρος σπιτιού

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ταράτσα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ταράτσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)