Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταράτσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταράτσα οι ταράτσες
      γενική της ταράτσας των ταρατσών
    αιτιατική την ταράτσα τις ταράτσες
     κλητική ταράτσα ταράτσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
απλωμένα ρούχα σε ταράτσα στη Σαρδηνία

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταράτσα < (άμεσο δάνειο) βενετική terazza [1] [2] (ιταλικά terrazza) < ... απώτατη αρχή  δείτε  λατινική terra πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ters- (στεγνός)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈɾa.t͡sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ταράτσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταράτσα θηλυκό

  1. η επίπεδη στέγη ενός σπιτιού
      Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 )
  2. βεράντα, στεγασμένος εξωτερικός χώρος σπιτιού

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ταράτσα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ταράτσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)