Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταρίχευμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ταρίχευμα τα ταριχεύματα
      γενική του ταριχεύματος των ταριχευμάτων
    αιτιατική το ταρίχευμα τα ταριχεύματα
     κλητική ταρίχευμα ταριχεύματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταρίχευμα < ταριχεύω + -μα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈɾi.çev.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ταρίχευμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταρίχευμα ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ταρίχευμα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)