ταρακουνώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταρακουνώ < ταρά(ζω) + κουνώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.ra.ku.'no/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ταρακουνώ/ταρακουνάω, πρτ.: ταρακουνούσα/ταρακούναγα, παθ.φωνή: ταρακουνιέμαι, π.αόρ.: ταρακουνήθηκα, μτχ.π.π.: ταρακουνημένος

  1. (κυριολεκτικά) κουνάω κάποιον με δύναμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τραντάζω, διασείω
  2. (μεταφορικά) επηρεάζω, κλονίζω, συγκλονίζω

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992).