ταραχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταραχή ταραχές
γενική ταραχής ταραχών
αιτιατική ταραχή ταραχές
κλητική ταραχή ταραχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταραχή < αρχαία ελληνική ταραχή < ταράσσω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.ɾa.ˈçi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταραχή θηλυκό

  1. ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση
  2. αταξία και αναστάτωση που επικρατεί σε κάποιο μέρος ή σ’ ένα σύνολο ανθρώπων
  3. βίαιη ανακίνηση
  4. (παρωχημένο) θόρυβος
  5. (στον πληθυντικό) ταραχές κοινωνικές αναστατώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]