ταραχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταραχή οι ταραχές
      γενική της ταραχής των ταραχών
    αιτιατική την ταραχή τις ταραχές
     κλητική ταραχή ταραχές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταραχή < αρχαία ελληνική ταραχή < ταράσσω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.ɾa.ˈçi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταραχή θηλυκό

  1. ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση
    Φοβάται μήπως διασταυρωθούν τα βλέμματά μας και τα χάσει από την ταραχή. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)
  2. αταξία και αναστάτωση που επικρατεί σε κάποιο μέρος ή σ’ ένα σύνολο ανθρώπων
  3. βίαιη ανακίνηση
  4. (παρωχημένο) θόρυβος
  5. (στον πληθυντικό) ταραχές κοινωνικές αναστατώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]