ταραχοποιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταραχοποιός < ταραχή + -ποιός ( < ποιώ)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταραχοποιός

  1. που προκαλεί ταραχές, αναταραχή, έκτροπα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]