ταριχευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ταριχευμένος ταριχευμένη ταριχευμένο
γενική ταριχευμένου ταριχευμένης ταριχευμένου
αιτιατική ταριχευμένο ταριχευμένη ταριχευμένο
κλητική ταριχευμένε ταριχευμένη ταριχευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταριχευμένοι ταριχευμένες ταριχευμένα
γενική ταριχευμένων ταριχευμένων ταριχευμένων
αιτιατική ταριχευμένους ταριχευμένες ταριχευμένα
κλητική ταριχευμένοι ταριχευμένες ταριχευμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταριχευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ταριχεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ταριχευμένος αρσενικό, ταριχευμένη θηλυκό, ταριχευμένο ουδέτερο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]