ταρταρούγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταρταρούγα ταρταρούγες
γενική ταρταρούγας ταρταρούγων
αιτιατική ταρταρούγα ταρταρούγες
κλητική ταρταρούγα ταρταρούγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταρταρούγα < (αντιδάνειο) ιταλική tartaruga < ταρταροῦχος < Τάρταρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταρταρούγα θηλυκό

γυαλιά από ταρταρούγα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]