Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταυρίζω

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταυρίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ταυρίζω

ταυρίζω

  1. τείνω, τεντώνω, τραβώ
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Α', στίχ. 37 (35-39) @anemi.lib.uoc.gr
    Εἰ δὲ πολλάκις δόξει την καὶ φθάσει ὁ καρκατζᾶς της,
    καὶ ὁρίσει τὰ ψυχάρια της καὶ τὴν πρωτοβαβᾶν της,
    καὶ πιάσουν καὶ ταυρίσουν με καὶ σύρουν με εἰς τὴν μέσην,
    καὶ δώσουν μὲ τὰ τρίκωλα καὶ τὰ χαρακτικά μου,
    τίς ἔλθῃ καὶ ἐκδικήσῃ με καὶ ἐκβάλῃ με ἀπʼ ἐκείνης;
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Α', στίχ. 186 (185-186) @anemi.lib.uoc.gr
    ἐκείνη δὲ πηδήσασα καὶ τούτου δραξαμένη
    ἐταύριζεν ἀπέσωθεν, ἐγὼ δὲ πάλιν ἔξω·
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.
      15ος αιώνας Ιωάννης Κανανός, Constantinopoli oppugnata, @catholiclibrary.org
    Πύργους ξυλίνους μεγίστους μὲ τροχοὺς σιδηροδεσμουμένους πολλοὺς ἐποιήσαντο τότε, ὅσον τὸ ὕψος τῶν πύργων τῆς πόλεως· μᾶλλον καὶ ὑπερεῖχον ἐκείνους. Καὶ ζεύγη βοῶν καὶ βουβαλίων ἀπείρων εἴχασιν ἐξ ἑτοίμου, ἵνα τοὺς πύργους ταυρίσουν μετὰ σχοινίων καὶ πλησίον τῆς σούδας φέρωσιν καὶ ἐξ ἐκείνων τὸ ἔξω κάστρον πολεμήσωσι καὶ ἀφανίσουν.
  2. (στην παθητική φωνή) τεντώνομαι, ξαπλώνομαι

Ρηματικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα