ταυρελάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταυρελάτης < ταύρος + -ηλάτης < ἐλαύνω

Επίθετο[επεξεργασία]

ταυρελάτης αρσενικό και ταυρηλάτης

  1. αυτός που οδηγεί ταύρους, ο βουκόλος
    Θεσσαλίης εύϊππος ο ταυρελάτης χορός ανδρών, χερσίν ατευχήτοις θηρσίν όπλιζόμενος,
    κεντροτυπείς πώλους ζεύξε σκιρτήματι ταύρων, αμφιβαλείν σπεύδων πλέγμα μετωπίδιον
    ακρότατον δ'ες γην κλίνας άμα κεύροπον άμμα θηρός την τόσσην εξεκύλισε βίην AP IX 543, Φιλίππου του Θεσσαλονικέως

Σημειώσεις[επεξεργασία]